Top Definition
1) the obsession with war
2) the bush and nixon administration, who think war is the answer for everything
Cheney's a warshipper.
από Adam Henaghan 19 Αύγουστος 2007
2 more definitions
A "ship" with "canon" support
Fan 1: Korrasami is my favorite ship ever.
Fan 2: Good thing its now a Warship!
από rAz 3 Ιανουάριος 2015
A naval vessel. A government ship that is available for waging war.
The Danish warship landed an occupying force on Hans Island.
από Mister Smoothie 25 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×