(noun) A person employed for the use of detination and distruction via anal gas excretion.
Holy shit I think I might die from that smell. The government should hire him as a weapon of mass destinkytion.
από Jennifer the wise 3 Φεβρουάριος 2006

5 Words Related to weapon of mass destinkytion

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×