Top Definition
A loud, annoying, usually female yoghurt weaver. Characterised by ethnic clothes, weird diet and ill behaved children. May also smell funny and drink organic banana beer at the Gregson
Oh man, I was having a good time talking to (insert woman's name) when her bitch weaver diva mate turned up and I had to run away.
από nick 5 Οκτώβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×