Top Definition
Person addicted to internet use.
David had become a webaholic and as a result his studies is falling behind.
από Kerb 28 Νοέμβριος 2004
1 more definition
One who spents all his damn life connected to Internet.
You see, I can't stop being a webaholic, with all the porn you can find in the net.
από Mick Alonso 29 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×