Top Definition
n. one who procrastinates through the internet; one who spends all their free time on the internet; one who never gets anything done because they are constantly on the computer
Jean is such a webcrastinator, she hardly ever leaves her computer desk.
από kristina-bree 6 Οκτώβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×