Top Definition
–noun
1. a striking occurrence of two or more events at one time apparently by mere chance:
2. the condition or fact of coinciding.
3. an instance of this.
Our meeting in Venice was pure weekowko.
από pigman101 14 Ιούνιος 2008
5 Words related to weekowko

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×