Top Definition
a weremoose.

1.mental disturbance in which one believes he or she is capable of transformation into a moose.

2.one who believes themselves to have the spirit of / spiritual kinship with an animal, usually a moose.
Martha, that weremoose is eating our lettuce again!
από Neurop 1 Μάιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×