Top Definition
Anal lubrication between the buttocks, causing discomfort in physical activity involving movement of the legs eg. walking. Also can be used as an insult, with connotations of deep respect. (pl. Wetices)
1) Goddamn, I have a wetox again
2) That boy can be such a wetox sometimes...
από Morris 26 Φεβρουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×