Top Definition
An overweight or obese human female under 21 years of age.
A whale (mature overweight female) who has not reached maturity.
"That whalette at the club was hot. Even though she's fat, I'd drill her."
από Taras LaFong 12 Οκτώβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×