The neccesary means, often the financial means.
Fry- I'm pretty sure I didn't do it; I just don't have the wherewithall to defend myself.
από Grant P 6 Μάρτιος 2007
See wherewithal (in any standard dictionary)
I didn't have the wherewithall (sic) to pay for dinner.
από b0mbrman 4 Νοέμβριος 2007
A word used to describe everything and anything. (See Pafoofnik) If you don't know Who, What, When, Where, Why, or what for, use a wherewithall.
"John's description of that color as gloopy was a wherewithall."
από Stan Klecha 3 Οκτώβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×