Top Definition
To vent a series of unrelated complaints, one after another without pause.
Why'd you put the phone down in the middle of your call?

It's just Mary, she's on a whinge binge and I can't be bothered listening.
από Cuddles McStig 19 Ιούνιος 2008
7 Words related to whinge binge

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.