Top Definition
noun - a set of breasts on a woman that have light bristly hairs that surround the areola. Otherwise known as a nip o' clock shadow.

1: Hey look at those titties. I'd like to plant my face in those.
2: No way man, she's got whisker tits. You might choke on a hair.
από THE MIGHTY STU 15 Οκτώβριος 2007
5 Words related to whisker tits

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×