Top Definition
Someone who relies on friends for food and shelter, often staying somewhere for a couple of days then moving on. A hobo with friends.
I know, I bought him three meals this week and he's still sleeping on my floor! White collar hobo.
από trey 27 Νοέμβριος 2003
1 Word related to white collar hobo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.