Top Definition
A haircut with large bare areas over the ears. A Mormon haircut.
Heber went to the barber and got his white sidewalls trimmed again.
από Bumkicker Slade 24 Απρίλιος 2005
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×