Top Definition
A blowjob performed on a man while he is standing in front of a woman who is seated and peeing.
When I was in high school I followed my girlfriend into the bathroom, and next thing I know I'm getting a whizjob.
από mackdaddy 14 Ιανουάριος 2005
6 Words related to whizjob

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.