Top Definition
Function: noun

Etymology: from the latin whoberrybus nipplus

1 : a hairless nipple
"Damn, that hoe's got a nice set of whoberries!"

or

"Man, I'd sure like to suck on a whoberry right about now..."
από Annna J. 10 Απρίλιος 2007
5 Words related to whoberry

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×