Top Definition
To kick violently. To kick in a violent fit of rage.
He whockered the small children then he whockered their parents.
από babysnatcher 8 Ιούνιος 2007
5 Words related to whocker

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.