Top Definition
1. The very means of slapping someone (or something) in the face (or elsewhere) with ones penis. derived from the sound it makes when contact is made.
1. WHOPACHA! (*screamed whilst performing the act.)

2. That bitch is gonna cop a whopacha in the face!

3. that n00b just got whopacha'd

4. OMGWTFBBQ! i just got whopacha'd
από Matt N 5 Μάιος 2006
6 Words related to whopacha

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.