Top Definition
Noun; A person who detests whores, sluts, hoebags, and even manwhores.
"Ew she makes me whoreaphobic, why is she sleeping with everyones boyfriend?"
από Megan So Cal PRiiNCESS 15 Μάρτιος 2008
6 Words related to whoreaphobic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.