Top Definition
1. A descriptive term for girls under the age of 18 who dress in cheap hooker fashion. Often inspired by the likes of 'Bratz' dolls.
2. Young whores.
Mary-Kate and Ashley Olsen were like, the orginal whorelets.
από Morally Outraged 6 Ιανουάριος 2005
5 Words related to whorelet

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.