Top Definition
a prostitot, a young girl who might as well be selling her body for free... too much makeup, not enough clothes.
Listen you little WHORELOT, go get yourself a 34A cup bra and start wearing a little more than that hitmebabyonemoretime getup.. betch.
από Fawesomely Sexcellent 11 Δεκέμβριος 2007
6 Words related to whorelot

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×