Top Definition
the foreskin of an uncircumsized cock.
the guys wickerbill added two inches to the length of his tallywhacker.
από stavin chain 2 Αύγουστος 2003
1 more definition
9 Words related to wickerbill
The foreskin on the penis of an uncircumcised male
He Still has his wickerbill
από nick pedosa 15 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×