Top Definition
To procrastinate by browsing randomly through Wikipedia.
Tom: Sup man, how's your business report going?
Harry: Haven't started, I've just been wikastinating the past 30 minutes. :(
από student0306 2 Αύγουστος 2008
5 Words related to wikastinating

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.