verb, to wiki-bored: to spend hours (randomly) browsing wikipedia articles primarily out of boredom.

most often used like an activity, "boarding."

less often used as a state of being, like "bored."
last night, while i was wiki-boreding, i saw that paul walker is on some national geographic shark show...

dude, i was wiki-bored for like 3 hours at work yesterday.
από pbrisbin 14 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×