Top Definition
A person who does something either incredibly smart or incredibly stupid so as to merit the description of an agitated donkey.
I can never understand Dr. Valk's lectures, he's a total wild ass.


Did you see that huge spoiler Mike put on the back of his car. What a wild ass.
από D. Lee Miller 26 Δεκέμβριος 2007
6 Words related to wild ass

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.