Top Definition
the act of not being able to sleep due to uncontrollable urge to think about one's sexual fantasies. wild came from the popular video franchise girls gone wild and awake from its original meaning.
i was wild awake last night after seeing my crush.
από printers 10 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×