Top Definition
Wilked: When a girl gets fucked while giving a blowjob and a guy sits in the corner and mausturbates.
"Dude! Did you hear Nikki got wilked?!?!"

"That Allison girl was totally wilked last night"
από Shunnai 30 Αύγουστος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×