Top Definition
WinCustomize. n. Originally an Internet 'website' of the late 20th Century. Now a generic term applied to any drooling, lobotomized gutter-trash. Near Syn. dunce, imbecile, retard.
Look at that wincustomize over there! How did it get out?

Don't be a wincustomize!

It's ok, sweety. It's just a wincustomize.
από Drab Warble 7 Φεβρουάριος 2005
3 Words related to wincustomize

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×