Top Definition
winer (plu. winers)... or to wine (verb)

One who whines and dines; typically drinking cheap red wine out of a bag-in-box (for example Monsieur Rouge)
- He's just been wining since his girlfriend left him
από Japfreak 12 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×