Top Definition
1. one who lacks courage; gutless
2. most degrading form of a pansy, wussy, pussy, wuss, sissy etc.
The withipuss bailed on us when he heard the neighbor's shotgun.
από ssamiam627 12 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to withipuss

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×