Top Definition
the act of people with incredible wittiness playing off each others cleverness and causing an explosion of pure awesomeness
When Jerry and I are together there is a witsplosion of ideas.
από Clayford 29 Ιούλιος 2008
6 Words related to witsplosion

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.