Top Definition
The act of attempting to wizz when you have a full tank of semen and instead of urine coming out of your penis the flow is interrupted by ejaculate.
After not getting any for a month, Tim went to urinate and was surprised to wizzaculate all over the ivory throne.
από FrancisFerdinand 28 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to wizzaculate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×