Top Definition
An object that has been altered, deliberately, or accidental so that it can no longer perform its primary function to a full extent
1. My computer screen is wongulated
2. That football is wongulated (deflated)
από matye 19 Μάρτιος 2008
5 Words related to wongulated

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.