Top Definition
A short, oompa-loompa like person with a propensity for acting oddly and creating havoc for those around them
That five foot tall person is such a wonkbutt. All he does is waddle around on his stumpy legs and whine.
από nonwonkbutt 14 Αύγουστος 2007
5 Words related to wonkbutt

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×