Top Definition
Another term for sexy, hot, or baller. A compliment specifically toward asians, preferably Koreans, Filipino or Japanese.

wonki - pronounced wonki (wonkee)

origin - Albany District
Damn that new asian kid is wonki.
από James112 19 Ιανουάριος 2011
a word used to express the amazing, awesome, craziness of another object.
Damn, that shit is wonki!
από daniel meltzer 22 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×