Top Definition
1.Wonwyne is a lil jon look a like who be getten high all the time & gets crunk.
2. Term used when people are naturaly high.
DUUUDE, your so wonwyne
από xmizzle 30 Μάρτιος 2007
7 Words related to wonwyne

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×