Top Definition
(verb) A cheek-pinching motion carried out by one person on another, often used as an exclamation of cuteness.
"Awww you are so cute!" *woodge*
That cat is so adorable I could woodge it.
από Knibbsy 12 Ιούνιος 2006
The fat on the back of your arm where your triceps should be.
When she shook her arm around, her woodge wiggled and wobbled.
από Chelsizzle 17 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.