Top Definition
meaning to practice or hone skills, particularly musical skills. the origin is from the fact that for purposes of privacy people would go to their woodshed to practice without being overheard
jason spent the last three months smoking grass and woodshedding his banjo skills.
από judas brooks 15 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.