A fat, ugly, dumb person who walks all stubbly like, and whose face resembles a womble, but is fatter, thus the wooom part.

but is used in a Negative way to rip on a disability of the legs
guy 1 "That Luke is a woombal when he is drunk"
Guy 2 "naaa he’s always like that"
από Jack a fletcher 29 Μάιος 2007

4 Words Related to woombal

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×