Top Definition
1. A person of weak constitution.

2. One who lacks stength and vigor.

see also: sissy, panty waist, pansy
1. The wusslepuff couldn't hang, so he sat on a bench while the rest of us finished the jog around the lake.

2. that movie actually scared john? what a wusslepuff.
από nemesiss45 12 Οκτώβριος 2005
6 Words related to wusslepuff

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.