Top Definition
The act of going to a yard sale, garage sale or flea market. Sometimes all three and most certainly more than one.
Let's go yardsaling this weekend.
via giphy
από thatdrew 4 Δεκέμβριος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×