Top Definition
The act of yelling whilst masturbating.
1. I heard my brother yelling from his room so I ran in to see what was wrong. I screamed because he was yellerbating.

2. Curtis yellerbates when he plays World of Warcraft.
από KC ShadyLyon 6 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×