Top Definition
The yellowish slime left in the crotch of a girl's panties usually due to over-horniess or a genital disorder.
Sarah always had a bright yellow yolker waiting for me in her underpants
από donniel 20 Μάιος 2006
1 more definition
One who masturbates constantly.
used as an insult
"Hey you going to pro with Jeff?"
"No he's such a yolker..."
από ckyuteee 18 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×