To have some minor physical imperfection (usually resulting from carelessness) improved or corrected by someone else; esp. by, but not limited to, an adult female.
Teacher notices Matthew's collar is tucked inside his shirt.
Teacher: Matthew, come here and let me fix that for you.
Sara: Dude, you got mommed!
από Sprid 21 Ιανουάριος 2006

5 Words Related to you got mommed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×