Top Definition
An accusation of pemming, or being an exponent of pem.
Meaning you stink, smell, pong, whiff, honk, hum, or have woffty lines following you.
But 'you pem is 100 times worse than these examples.
'You pem, you pemmy get'
από bifty shugger 10 Απρίλιος 2009
11 Words related to you pem

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×