A cross between undulating (shaking uncontrollably) and yuyulating ("wawawawawawa") loudly.

Often used to express excitement.
John didn't know how to yulundulate, but Janice Jackson taught him-- Soon when he yulundulated anytime he was excited.
από Reed Wommack 25 Αύγουστος 2007

5 Words Related to yulundulate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×